Αναβίωση παραδοσιακού εθίμου ΣΑΓΙΑ

Την παραμονή τον φώτων στην Κοινότητα Κ. Νευροκοπίου και φέτος αναβίωσε το έθιμο ‘’ΣΑΓΙΑ’’ το οποίο προέρχεται από τη Καππαδοκία.

Ένα ιδιαίτερο δρώμενο αναβιώνει στο Κάτω Νευροκόπι. Η μεγάλη εντυπωσιακή φωτιά, που άναψε και φέτος παραμονή των Θεοφανίων, και το παραδοσιακό φαγητό που ετοιμάστηκε  στο κέντρο της ιστορικής κοινότητας, επιβεβαιώνει με τον πιο έμπρακτο τρόπο ότι οι άνθρωποι του Νευροκοπίου κρατούν τις παραδόσεις τους, κρατούν ζωντανά ήθη και έθιμα, τιμώντας τη μνήμη των προγόνων τους.

Ο Πατήρ Στέφανος ευλόγησε το φαΐ, το οποίο επιμελήθηκε ο Σύλλογος «Μικρασιατικών & Καππαδοκικών Δεσμών Κ. Νευροκοπίου» προσφέρθηκε ζεστό κρασί σε όλους τους επισκέπτες και στη συνέχεια ο Δήμαρχος Κάτω Νευροκοπίου κ Γιάννης Κυριακίδης άναψε τη Φωτιά.

 Το έθιμο αυτό περιέχει και λατρευτική διάσταση και έχει ως κύριο σκοπό την ευχετηρία, δηλαδή την καλοχρονιά, στοιχείο που τονίζεται με την πυρά, τις ευχές, τους χορούς και τα τραγούδια όπως και πολλά άλλα δρώμενα που αναβιώνουν κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου στην Ελλάδα όπως προσφώνησε ο πρόεδρος του συλλόγου κ Χαράλαμπος Σαραφίδης.

Ο Πρόεδρος της Κοινότητας Ησαϊας Χατζηκωνσταντίνου δήλωσε ότι τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια αναβίωσης και ανάδειξης του πλούσιου πολιτισμού που χαρακτηρίζει την Κοινότητα. Πολιτισμός που προέρχεται από την Μακεδονία και τη Θράκη έως την Καππαδοκία από την Καππαδοκία έως των Πόντο. Ο πολιτισμός ενώνει τους ανθρώπους, τους φέρνει πιο κοντά για να σμίξουν τις κοινές χαρές, και όχι μόνο

Ραντεβού τον Μάρτιο  στην αναβίωση του εθίμου «των Αγίων Θεοδώρων» που κρατάει αιώνες.

Στην Δημοτική Κοινότητα Κ. Nευροκοπίου αναβιώνει κάθε χρόνο το έθιμο «Σάγια».

Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του, στο Γκέλβερι της Καππαδοκίας, μια από τις μεγαλύτερες Χριστιανικές κοινότητες της περιοχής κάθε γιορτή έπαιρνε ιδιαίτερο νόημα, μέσα από τα λατρευτικά έθιμα και τις δοξασίες των κατοίκων της περιοχής.

Η γιορτή της παραμονής των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου, ήταν σε όλους γνωστή με το όνομα “Σάγια”.

Πρωί πρώι με το ξημέρωμα πήγαιναν στην εκκλησία κι έπαιρναν τον μικρό αγιασμό, σε αντίθεση με τον μεγάλο αγιασμό που θα έπαιρναν την επόμενη μέρα των Θεοφανίων. Έπιναν αγιασμό και έφερναν και στα σπίτια τους για να ραντίσουν τα ζώα, τους κήπους τα χωράφια και τα αμπέλια. Μέσα σε φιάλες σφραγισμένες διατηρούσαν αγιασμό στο εικονοστάσι του σπιτιού ως τον άλλο χρόνο.

Τα παιδιά σχημάτιζαν ομάδες για να πουν τα κάλαντα. Γύριζαν πρωί πρωί στα σπίτια, έλεγαν το τροπάριο “Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου κύριε… ” και μάζευαν δώρα, τα οποία και έτρωγαν την επόμενη μέρα σε κοινό γεύμα και όσα περίσσευαν τα πουλούσαν , για να αγοράσουν σχολικά είδη με τα χρήματα. Κάποιες ομάδες παιδιών, συνήθιζαν την ημέρα εκείνη να μεταμορφώνονται σε “Σάγια “. Μ’ ένα ζευγάρι κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια προσδεμένο σ’ αυτό το ιδιόρρυθμο ένδυμα, πήγαιναν στα Ελληνικά σπίτια και φώναζαν με δύναμη:

“Ήρθε η σάγια, την άκουσες;”. Ήταν ημέρα νηστείας η παραμονή των Θεοφανίων. Τα συνηθισμένα νηστίσιμα φαγητά τους ήταν φακές, φασόλια τουρσί, κομπόστες από σταφίδες, δαμάσκηνα ή βερίκκοκα. 

Την ίδια μέρα ζύμωναν στα σπίτια τις πίτες των Θεοφανίων.

Με επισημότητα και με την συμμετοχή όλων γινόταν το βράδυ της ίδιας μέρας το άναμμα της φωτιάς στην αυλή της εκκλησίας. Τη φωτιά αυτή έφλεγαν “κελεμέν” ή “Φώτων”.

Από νωρίς οι νέοι κουβαλούσαν κληματόβεργες και άλλα ξύλα και τα σώρευαν στην αυλή της εκκλησίας. Μαζεύονταν πολλοί χωριανοί γύρω από τον σωρό και ο παπάς ρωτούσε:

“Ποιος θέλει να ανάψει την φωτιά και τι προσφέρει στην εκκλησία; “.

Πρόσφερε ο καθένας οτι μπορούσε, π.χ. ένα σοινίκι αλεύρι (6 οκάδες), ένα πατμάν σπορέλαιο (6 οκάδες) ή ότι άλλο είχε και τελευταία εκείνος που θα έταζε το μεγαλύτερο ποσό, έπαιρνε το δικαίωμα να ανάψει την φωτιά. Έκανε τον σταυρό του, έλεγε “Κύριε ημών Ιησου Χριστέ” κι έδινε φωτιά σε προσάναμμα από ξερά φύλλα. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά και οι άνθρωποι τριγύριζαν την πυρά χορεύοντας και τραγουδώντας. Όλοι παρακολουθούσαν την κατεύθυνση του καπνού. Αν πήγαινε Ανατολικά, ήταν καλό σημάδι, η σοδειά θα ήταν πλούσια. Αν στρέφονταν προς την Δύση, το Βορρά ή το Νότο, μόνον τα σπίτια του χωριού που ήταν σ’ εκείνα τα σημεία θα είχαν καλή συγκομιδή. Όταν χαμήλωνε η λαμπάδα, τα παιδιά πηδούσαν από πάνω τρεις φορές, λέγοντας “Κύριε ημών Ιησου Χριστέ”. Μερικοί έπαιρναν από την φωτιά μισοκαμμένα ξύλα και τα πήγαιναν στο τζάκι του σπιτιού για “γούρι”. Άλλοι έπαιρναν κάρβουνα και τα φύλαγαν για να τα χρησιμοποιήσουν στο θυμιατήρι τους. Στο τέλος μάζευαν την στάχτη και την σώρευαν πίσω από το Ιερό της εκκλησίας.

Νύχτα την παραμονή των Θεοφανίων, άνοιγαν τα ουράνια. Θεοφοβούμενοι άνθρωποι έβλεπαν λέει στον ουρανό την βάφτιση του Χριστού. Τα δένδρα, Λεύκες και Ιτιές, κοντά στις βρύσες λύγιζαν τον κορμό τους σαν σε προσκύνημα και έπιναν από τα αγιασμένα νερά της νύχτας εκείνης.

Τα Σάγια σήμερα…

Το δρώμενο αυτό Παραμονή των Θεοφανίων, όπως και πολλά άλλα κατά την περίοδο του δωδεκαημέρου στην Ελλάδα, αποτελεί μια σύνθετη τελετουργική πράξη, η οποία περιέχει και λατρευτική διάσταση και έχει ως κύριο σκοπό την ευετηρία, δηλαδή την καλοχρονιά, στοιχείο που τονίζεται με την πυρά, τις ευχές, τους χορούς και τα τραγούδια.

Δημιουργείται μια τεράστια πυρά που φωτίζει όλη την πλατεία και γύρω από τη φωτιά στήνεται κυκλικός παραδοσιακός χορός από τους κατοίκους του χωριού.

Προσφέρονται διάφορα νηστίσιμα εδέσματα, κομπόστες από σταφίδες, δαμάσκηνα ή βερίκοκα. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *